Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών

Αγόρασα το βιβλίο Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών προσδοκώντας (ενθουσιασμένος από το οπισθόφυλλο, αλλά και από τις κριτικές) να μπω πραγματικά στην κουνελότρυπα και να ανακαλύψω έναν θαυμαστό κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Ήταν ένα από τα βιβλία που ζορίστηκα να τελειώσω. Πίεσα τον εαυτό μου να μην το αφήσω στη μέση.

Ένα βιβλίο μεταφέρει ιδέες και πληροφορίες. Μεταδίδει νοήματα. Προκαλεί τη γένεση συναισθημάτων στον αναγνώστη. Μεγάλη σημασία έχει και ο τρόπος που μεταδίδει αυτές τις ιδέες. Είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ένα διαχρονικό λογοτεχνικό έργο και ένα φτηνό ρομάντζο του συρμού. Ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο είναι για όλον τον κόσμο (και όχι μόνο για τους ειδικούς). Αντίθετα, μια φτηνή ιστορία αγάπης, από αυτές που εκδίδονται και πουλιούνται με τη σέσουλα (θα δείτε κάποια τέτοια ονόματα να φιγουράρουν στα βιβλιοπωλεία) καλύτερα να μένουν στα ράφια. Δυστυχώς συμβαίνει το αντίθετο.

Ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης πρέπει να χαρακτηρίζεται από επιστημονική πιστότητα. Αν του λείπει όμως η λογοτεχνική ομορφιά, το γλαφυρό ύφος, το ξάφνιασμα, το κέντρισμα της φαντασίας του αναγνώστη, τότε δεν έχει αξία ούτε ως τεχνικό βοήθημα.

Το Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών είναι ένα κακό βιβλίο από πολλές απόψεις. Πρώτα-πρώτα στερείται ύφους. Ο συγγραφέας προσπαθώντας να γράψει εκλαϊκευμένα χάνει το δικό του ύφος και προσπαθεί να προσεγγίσει το ύφος του μέσου αναγνώστη. Εκλαΐκευση όμως δεν είναι κάτι τέτοιο. Εκφράσεις όπως «να βαράς στο γάμο του Καραγκιόζη» και «περιδρομιάζω» είναι μια κάκιστη προσπάθεια προσέγγισης του πλήθους, της μάζας. Αρνούμαι να πιστέψω ότι τέτοιες εκφράσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο είναι κάτι διαφορετικό από αυτό. Αρνούμαι να πιστέψω ότι ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος προσπαθεί με τέτοιες εκφράσεις να προωθήσει στο πλατύ κοινό την επιστήμη του.

Η δομή του βιβλίου είναι ανύπαρκτη. Δεν τηρείται ούτε μια στοιχειώδης σειρά στην παράθεση των δεδομένων και των πληροφοριών. Κάθε έννοια «αναλύεται» και ταυτόχρονα σχολιάζεται. Ένα σύμπλεγμα επιστημονικών τεκμηρίων, σχολίων, παραδειγμάτων από την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία και μεταφορών ρίπτονται ατάκτως σε υποκεφάλαια άσχετα με τα κυρίως κεφάλαια. Χτυπητό παράδειγμα είναι η τεράστια παράκαμψη που κάνει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο για την αθανασία των φυτών, για να περιγράψει πώς τα φυτά τροποποιούν τον πλανήτη (πελαγοδρομία άνευ προηγουμένου!). Οι επαναλήψεις είναι αναρίθμητες. Σε τουλάχιστον οκτώ σημεία βρέθηκα μπροστά στον ορισμό του στόματος και τη λειτουργία του. Μήπως τα διάφορα κεφάλαια αποτελούν σπαράγματα παλαιότερων κειμένων που συγχωνεύθηκαν με την κατάλληλη κοπτορραπτική;

Σε πολλά σημεία ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικά λειτουργικούς μηχανισμούς των φυτών, αρκετά πολύπλοκους. Αλλού λέει ότι η περιγραφή τέτοιων μηχανισμών ξεπερνάει το σκοπό του βιβλίου. Σε άλλα σημεία παραθέτει λεπτομέρειες για μηχανισμούς που μαθαίνουμε στο σχολείο και αλλού ρίχνει λέξεις όπως «έκφραση γονιδίων» και «ώσμωση» που απαιτούν επεξήγηση. Επίσης, λέει τόσες φορές «αλλά αυτό θα το δούμε παρακάτω» που πραγματικά γίνεται κουραστικός. Στο τέλος δεν ξέρεις τι έχει ειπωθεί και τι όχι.

Η γραφή είναι τραγική. Παράγραφοι ατελείωτες -μέτρησα μία παράγραφο έως και δύο σελίδες. Τα υποκεφάλαια λίγα. Έλλειψη σχημάτων και φωτογραφιών, τόσο απαραίτητων για ένα τέτοιο βιβλίο. Πολύ συχνή η χρήση ερωτήσεων με άμεση την απάντηση, κάτι πολύ κουραστικό. Υπάρχουν ακόμα και ορθογραφικά λάθη, για τα οποία βέβαια δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο συγγραφέας, αλλά κυρίως οι διορθωτές του εκδοτικού οίκου. Βρήκα την ανηγμένη μορφή ενός μορίου ανοιγμένη. Ακόμα, βρήκα το δέντρο του γένους Ginkgo σε τέσσερα σημεία στο κείμενο, στα τρία από τα οποία ως Gingko.

Γιατί όμως το βιβλίο έχει τόσο καλές κριτικές; Μάλλον επειδή πέτυχε το σωστό target group. Ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα δεν θέλει πολύ επιστήμη. Θέλει αναλογίες, παραδείγματα, μεταφορές, ένα εύπεπτο παραμυθάκι για να τον αποκοιμίσει, χωρίς πολλή σκέψη. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η χρήση του δεύτερου πληθυντικού (ως πληθυντικός ευγενείας) για να απευθυνθεί στον αναγνώστη. Δημιουργεί έτσι την ψευδαίσθηση της αμεσότητας, του διαλόγου. Όπως όταν διαβάζουμε ένα παραμυθάκι σε ένα παιδί. Επίσης, στοχεύει στους οικολόγους. Όλο το βιβλίο διατρέχεται από μια υποβόσκουσα και κακώς εννοούμενη οικολογία, με επίκεντρο τη Μητέρα Φύση και αντίπαλο τον Κακό Άνθρωπο που την καταστρέφει.

Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας πραγματεύεται το ερώτημα αν τα φυτά έχουν ευφυΐα. Η προσπάθεια να υποστηρίξει καταφατική απάντηση είναι οικτρή. Πέφτει στην ίδια παγίδα που ο ίδιος φτιάχνει για να στηλιτεύσει το βιβλίο Η μυστική ζωή των φυτών, στο κεφάλαιο για τις αισθήσεις των φυτών. Καθώς αποφεύγει να ορίσει επακριβώς την ευφυΐα, υποκαθιστά κάποια χαρακτηριστικά των φυτών με αναλογίες από τη συμπεριφορά των ζώων. Έτσι, προσδίδει στα φυτά χαρακτηριστικά ευφυΐας λαμβάνοντας λειτουργίες της φαινοτυπικής πλαστικότητάς τους. Παραλείπει όμως ένα βασικό χαρακτηριστικό της ευφυΐας: τη μάθηση. Τα φυτά συλλαμβάνουν πληροφορίες από το περιβάλλον και προσαρμόζονται ανάλογα, αλλά αυτό δεν έχει σχέση με την ευφυΐα. Αυτό μπορεί να το κάνει και ένας υπολογιστής. Η ευφυΐα έχει και πολλά άλλα χαρακτηριστικά. Και η μάθηση -ίσως το σημαντικότερο- δεν έχει παρατηρηθεί στα φυτά.

Χαρακτηριστικά:

Τα άνθη είναι τα γεννητικά όργανα του φυτού. Σκεφθείτε το αυτό κάθε φορά που τα κόβετε. Κόβετε τα γεννητικά του όργανα, πράξη φρικτή, αν τη δείτε από τη σκοπιά του φυτού. Κανείς από εμάς δεν θα ήθελε να υποστεί ανάλογη μεταχείριση. (σελ. 167)

Το επόμενο απόσπασμα είναι ακόμα πιο αρρωστημένο:

Πώς όμως αποφεύγουν την αυτογονιμοποίηση τα ερμαφρόδιτα φυτά; Αν διαθέτατε ταυτοχρόνως αιδοίο και πέος, και δεν σας κατέτρυχαν ηθικές αναστολές, θα μπορούσατε σε μια στιγμή λαγνείας και παράφορης διάθεσης για αυτάρκεια να κάνετε έρωτα στον εαυτό σας που τόσο πολύ αγαπάτε. Με την προϋπόθεση, βέβαια, τα δύο όργανα να ήταν το ένα απέναντι στο άλλο και σε κατάλληλη απόσταση βολής. Φανταστείτε όμως το πέος να βρισκόταν στον λαιμό και το αιδοίο στη θέση του [έλα αιδοίο στον τόπο σου!]. Όσο βασανιστική κι αν ήταν η επιθυμία και όσο μεγαλύτερη η εφευρετικότητα, δεν θα υπήρχε στάση που να επέτρεπε αυτή τη συνεύρεση. [εκτός αν ήσουν ταυτόχρονα και αίλουρος!] (σελ. 168)

Και αυτό αρκετά γελοίο (μιλώντας για τα σαρκοφάγα φυτά):

Μερικές φορές στη διεργασία της πέψης συμμετέχουν και βακτήρια, οπότε μπορεί κανείς να διακρίνει με μεγεθυντικό φακό να απελευθερώνονται μικροσκοπικές φυσαλλίδες αερίων, χωρίς όμως τον χαρακτηριστικό κρότο της εκτόνωσης που συνοδεύει την έξοδο αερίων από τον ανθρώπινο πεπτικό σωλήνα! (σελ. 310)

Ήλπιζα ότι ο επίλογος θα ήταν διαφορετικός. Μια ύστατη προσπάθεια ανταμοιβής σε ένα κακό κείμενο. Τίποτα. Ξανά απογοήτευση. Η υποτιθέμενη τιμή στο Δαρβίνο είναι ένας ακατάσχετος βερμπαλισμός χωρίς ίχνος περιεχομένου.

Λυπάμαι που διάβασα αυτό το βιβλίο. Μην το αγοράσετε, είναι σπατάλη χρήματος και χρόνου. Οι πληροφορίες που θα πάρετε είναι ελάχιστες και με πολύ κακό τρόπο παρουσιασμένες. Υπάρχουν πολύ καλύτερα βιβλία σχετικά με το αντικείμενο.

Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών
Γιάννης Μανέτας
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2010