Verba vs. Scripta

Η γλώσσα είναι ένα εξελικτικό εφεύρημα με πρακτικά άπειρες δυνατότητες. Μεταδίδει πληροφορίες, συναισθήματα, μιμίδια, γνώση. Κρατάει σε συνοχή μια κοινωνία. Το εξελικτικό πλεονέκτημα της γλώσσας είναι ολοφάνερο, γι’ αυτό και έχει αναπτυχθεί συγκεκριμένη περιοχή στον εγκέφαλο για την ομιλία (περιοχή του Brocca), αλλά και άλλες βοηθητικές. Από την άλλη, η γραφή αποτελεί ένα εφεύρημα της ανθρώπινης διάνοιας που έδωσε νέα ώθηση τόσο στη διαδικασία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, όσο και στην ίδια την ανθρώπινη διάνοια. Για τη γραφή δεν υπάρχει εξειδικευμένη περιοχή στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος κινητοποιεί διάφορες ήδη ανεπτυγμένες περιοχές για άλλες λειτουργίες (π.χ. αναγνώριση σχεδίων) για να διαβάσει και να γράψει. Για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε Steven Pinker και Maryanne Wolf.

Δεν ξέρω ποια από τις δύο λειτουργίες είναι πιο ισχυρή: ο προφορικός ή ο γραπτός λόγος. Η καθεμιά έχει την ομορφιά της. Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Αναφορά στον Γκρέκο γράφει (σε ελεύθερη απόδοση) πως

…μια λέξη είναι σαν ένα καρύδι. Θέλει πολύ κόπο να κλείσεις μέσα μια έννοια. Και θέλει πολύ κόπο να σπάσεις το καρυδότσουφλο για να κάνεις την έννοια δική σου.

Βέβαια, δεν ξέρω αν αναφερόταν σε μια λέξη που απλά ξεστομίζεται ή σε μια λέξη που διαβάζεται. Σε καθεμιά περίπτωση πάντως, παράγεται άλλο αποτέλεσμα. Μεταφέρεται άλλο μήνυμα, άλλη έννοια.

Έχετε ποτέ προσπαθήσει να απομαγνητοφωνήσετε (παρωχημένη λέξη, αφού πλέον δεν υπάρχουν μαγνητικά μέσα εγγραφής, αλλά άντε βρες άλλη λέξη -μια ενδογενής δυσκινησία της ελληνικής γλώσσας) μια συζήτηση; Αυτό που θα γράψετε, αν προσπαθήσετε να το διαβάσετε δεν θα βγάζει νόημα. Κανένα νόημα απολύτως! Για να μη γίνω απόλυτος, το νόημα που θα πάρετε (χωρίς να έχετε στο νου σας τη συνομιλία) θα είναι πολύ διαφορετικό.

Μπορεί ποτέ ο γραπτός λόγος να αποδώσει όλα τα συναισθήματα που θα μετέδιδε ο προφορικός; Πάρτε για παράδειγμα το chat. Για να μεταδώσουμε συναισθήματα πρέπει να γράφουμε συνθηματικά (χαχα, ουφ) ή να χρησιμοποιούμε emoticons (πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτά -αλήθεια, πώς τα λένε στα ελληνικά). Αν λείψουν τα σημεία στίξης, το νόημα αλλοιώνεται σημαντικά. (Αντιπαραβάλετε «να σου πω θελω να παμε σινεμα», «Να σου πω θέλω. Να πάμε σινεμά;» και «Να σου πω; Θέλω να πάμε σινεμά.» Ακόμα και τα αρχικά κεφαλαία έχουν σημασία.) Δεν σας έχει τύχει να προκληθούν παρεξηγήσεις στο chat από κακή μετάδοση νοημάτων ή συναισθημάτων; Μειονέκτημα της εφαρμογής αυτής του internet; Μάλλον όχι.

Φανταστείτε μια ερωτική σκηνή: Ένα ζευγάρι αγκαλιάζεται και ο άντρας λέει: Σ’ αγαπώ! Σε αυτό το γραπτό, μόνο το θαυμαστικό μπορεί να αποδώσει -εν μέρει- τι αισθάνεται ο άντρας και το πάθος (πιθανώς) με το οποίο μιλάει. Η πραγματικότητα όμως μπορεί να είναι τελείως διαφορετική. Μπορεί ο άντρας να το είπε τόσο κρύα και ξέπνοα, που να του κόστισε τη βραδιά με τη γυναίκα και ίσως ένα βλέμμα απαξίωσης. Αν διαβάζαμε ένα τέτοιο περιστατικό σε ένα από αυτά τα γλυκανάλατα μυθιστορήματα τύπου ΒΙΠΕΡ θα είχαμε κάτι σαν:

Αργά, την πλησίασε και της έπιασε το χέρι. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Στα βαθυγάλανα μάτια της είδε έναν ωκεανό πάθους. Το στόμα της άνοιξε ελαφρά και μια ανάσα ξέφυγε από τα βάθη του είναι της, μαζί με ένα ελαφρύ βογκητό. Πριν ενώσουν τα χείλη τους τής ψιθύρισε «σ’ αγαπώ».

Διαβάζοντας ένα τέτοιο κείμενο, σχηματίζουμε μια τελείως διαφορετική εικόνα και η φράση «σ’ αγαπώ» παίρνει άλλη διάσταση. Ο γραπτός λόγος λοιπόν φαίνεται πιο αδύναμος να μεταφέρει πληροφορία και συναίσθημα. Όταν ακούς τη λέξη «σ’ αγαπώ» προσλαμβάνεις κι άλλη πληροφορία, από το «σκηνικό» (context) που εκτυλίσσεται το «δράμα», από το πρόσωπο του ομιλούντος, από τη «γλώσσα του σώματος». Πληροφορίες που δυσκολεύεται να αποδώσει ο γραπτός λόγος.

Ένα γνωστό παιχνίδι στο μάθημα της Υποκριτικής είναι να μαζεύονται μαθητές, να επιλέγουν μία φράση και να την απαγγέλλουν με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, αποδίδοντας άλλο νόημα. Αυτός που θα «κολλήσει», χάνει. Π.χ. η φράση «Κύριε Μπρακούλια μου, το ψυγείο δεν μπαίνει στο σαλόνι», μπορεί να αποδοθεί ως εξής:

  • επιτιμητικά (το αφεντικό σου σχολιάζει τα σχέδια ενός νέου σπιτιού που τού έχεις δώσει να δει)
  • κρυφά, χαμηλόφωνα στο αφτί, μπροστά σε κόσμο (μία από τους καλεσμένους σου στο νέο σπίτι σου)
  • με αηδία και αποστροφή (η ειδική σε θέματα design στην ίδια περίσταση)
  • αυστηρά (ύστερα από δική σου επιμονή στην πρώτη περίπτωση)
  • και πολλά άλλα

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο γραπτός λόγος φαίνεται πιο ισχυρός από τον προφορικό. Διαβάστε τους παρακάτω στίχους:

…η αγάπη είναι πληγή
σκλαβιά τη λένε οι δειλοί,
μα άσ’ τους να λένε…

Ο στίχος είναι τόσο δυνατός, τόσο πυκνός, τόσο μεστός, τόσο περιεκτικός και συνεκτικός, που δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να περιγράψεις τα συναισθήματα που μπορεί να έχει αυτός που το απαγγέλλει. Φανταστείτε μία γυναίκα να συζητάει τον χωρισμό της με μια φίλη της:

Έπρεπε να χωρίσω. Δεν γινόταν αλλιώς. Αυτή η σχέση ήταν καταστροφή. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή, το έβλεπα. Ήταν μια κατάσταση που με έστελνε στον γκρεμό. Τον λάτρεψα. Τον λατρεύω. Αλλά δεν πάει άλλο. Έπρεπε να τελειώσει. Ξέρεις όμως κάτι; Αν ξαναβρισκόμουν στην ίδια θέση, θα έκανα πάλι την ίδια επιλογή. Πάλι θα ήμουν μαζί του. Η αγάπη πολλές φορές πληγώνει. Μάλλον πάντα πληγώνει. Αλλά έτσι είναι η αγάπη. Μόνο οι δειλοί δεν αγαπούν. Οι δειλοί και οι ηλίθιοι.

Όλα αυτά μπορούν να συνοψιστούν στις δεκατέσσερις λέξεις των παραπάνω στίχων! Και μάλιστα, με αυτούς τους στίχους μπορείς να μεταδώσεις και πολλά άλλα συναισθήματα (όπως μια αίσθηση αισιοδοξίας που υφέρπει στην τελευταία φράση).

Λοιπόν, ποιο είναι ισχυρότερο εργαλείο; Ο γραπτός ή ο προφορικός λόγος; Καταλήγω ότι είναι εργαλεία που αλληλοσυμπληρώνονται. Ο χρήστης -ο ανθρώπινος εγκέφαλος- είναι αυτός που τα χρησιμοποιεί όπως απαιτούν οι περιστάσεις για να κάνει τη δουλειά του. Γι’ αυτό και όσο καλύτερα χρησιμοποιούμε τέτοια πανίσχυρα εργαλεία, τόσο πιο ισχυροί γινόμαστε και οι ίδιοι.
_______________________________

Το συγκεκριμένο δημοσίευμα εμπνεύστηκα ακούγοντας ένα παλιό τραγούδι (εξ ου και οι παραπάνω στίχοι) της Τάνιας Τσανακλίδου, η οποία δίνει απόψε συναυλία στη Θεσσαλονίκη.