Κριτική του πρακτικού Λόγου

Ο Immanuel Kant είναι ένας κολοσσός της διανόησης του Δυτικού Πολιτισμού. Ηθικολόγος και ορθολογιστής, έδωσε νέα κατεύθυνση στην Ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Η «Κριτική του πρακτικού Λόγου» (1788) αποτελεί ουσιαστικά τη βάση της καντιανής ηθικής. Όλο το έργο συνοψίζεται στην προσταγή: «Πράττε έτσι, ώστε ο γνώμονας της θέλησής σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει συγχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσίας», που αποτελεί το θεμελιώδη νόμο του καθαρού πρακτικού Λόγου.

Το κείμενο είναι ένα πυκνογραμμένο «τεχνικό» κείμενο, συχνά στρυφνό, με μεγάλες προτάσεις, κύριες και δευτερεύουσες, με χαρακτηριστικό μπαρόκ στυλ. Η ανάγνωσή του είναι δύσκολη, παρά την πολύ προσεγμένη μετάφραση.

Το ομορφότερο κομμάτι του έργου του είναι ο Επίλογος:

ΔΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ γεμίζουν την ψυχή με πάντοτε καινούριο και αυξανόμενο σεβασμό και θαυμασμό, όσο συχνότερα και σταθερότερα ασχολείται μαζί τους ο στοχασμός: ο έναστρος ουρανός πάνω μου και ο ηθικός νόμος μέσα μου. Και τα δύο δεν χρειάζεται να τα αναζητώ και απλώς να τα υποθέτω έξω από το οπτικό πεδίο μου, σαν να ήταν κρυμμένα μέσα στα σκοτάδια ή στο υπερπέραν· τα βλέπω εμπρός μου και τα συνδέω αμέσως με τη συνείδηση της ύπαρξής μου. Το πρώτο αρχίζει από τη θέση που καταλαμβάνω στον εξωτερικό κόσμο και διευρύνει τη συνάφεια στην οποία βρίσκομαι προς το απείρως μεγάλο, με κόσμους πέρα από κόσμους και συστήματα συστημάτων, και επιπλέον ακόμη στους απέραντους χρόνους της περιοδικής τους κίνησης, της αρχής και της διάρκειάς τους. Το δεύτερο αρχίζει από τον αόρατο εαυτό μου, την προσωπικότητά μου, και με παρουσιάζει σε έναν κόσμο που έχει αληθινή απεραντοσύνη αλλά είναι μόνο για τον νου αισθητός, και με τον οποίο (αλλά μέσω αυτού συγχρόνως και με όλους εκείνους τους ορατούς κόσμους) αναγνωρίζω τον εαυτό μου όχι, όπως εκεί, σε μια απλώς τυχαία, αλλά σε μια καθολική και αναγκαία συνάφεια. Το πρώτο θέαμα ενός αναρίθμητου πλήθους κόσμων εκμηδενίζει κατά κάποιον τρόπο τη σπουδαιότητά μου ως ενός ζωώδους πλάσματος που πρέπει να επιστρέψει πάλι την ύλη, από την οποία έγινε, στον πλανήτη (ένα απλό σημείο στο σύμπαν), αφού έχει εφοδιασθεί για ένα σύντομο διάστημα με τη δύναμη της ζωής (δεν γνωρίζομε πώς). Αντιθέτως, το δεύτερο εξυψώνει απείρως την αξία μου ως νοήσεως μέσω της προσωπικότητάς μου, στην οποία ο ηθικός νόμος μού αποκαλύπτει μια ζωή ανεξάρτητη από τη ζωώδη φύση αλλά ακόμη και από ολόκληρο τον αισθητό κόσμο, τουλάχιστον όσο μπορεί να συναχθεί από τον σκόπιμο και μέσω του νόμου αυτού προσδιορισμό της ύπαρξής μου, ο οποίος δεν περιορίζεται σε όρους και όρια της ζωής αυτής, αλλά προχωρεί επ’ άπειρον.

Εντούτοις, ο θαυμασμός και ο σεβασμός μπορούν βεβαίως να μας παρωθούν στην έρευνα, αλλά δεν μπορούν να υποκαθιστούν την έλλειψή της. Αλλά τι πρέπει να γίνει, για να επιχειρήσομε την έρευνα τούτη με τρόπο επωφελή και αρμόζοντα στο ύψος του αντικειμένου; Μερικά παραδείγματα μπορούν να λειτουργήσουν εδώ ως προειδοποίηση αλλά επίσης και ως πρότυπα για μίμηση. Η παρατήρηση του κόσμου ξεκίνησε από το λαμπρότερο θέαμα που μπορούν ποτέ να μάς παρουσιάσουν οι ανθρώπινες αισθήσεις και που μπορεί ποτέ ο νους μας να παρακολουθήσει και να επεξεργασθεί στην ευρεία τους έκταση, και κατέληξε – στην αστρολογία. Η ηθική ξεκίνησε από την ευγενέστερη ιδιότητα στην ανθρώπινη φύση, η ανάπτυξη και καλλιέργεια της οποίας αποβλέπει σε άπειρη ωφέλεια, και κατέληξε – στην φαντασιοπληξία και στη δεισιδαιμονία. Έτσι συμβαίνει με όλες τις ακόμη πρώιμες προσπάθειες, στις οποίες το κυριώτερο μέρος του έργου εξαρτάται από τη χρήση του Λόγου, η οποία δεν αποκτάται, όπως η χρήση των ποδιών, αφ’ εαυτής, διαμέσου της συχνής εξάσκησης, ιδίως όταν αφορά σε ιδιότητες, οι οποίες δεν μπορούν να παρουσιασθούν με τόσο άμεσο τρόπο στην κοινή εμπειρία. Αλλά αφότου διαδόθηκε ο γνώμονας, οσοδήποτε αργά και αν συνέβη αυτό, να αναλογίζεται κανείς προηγουμένως καλά τα βήματα που προτίθεται να κάμει ο Λόγος, και να μην τον αφήνομε να ακολουθεί την πορεία του διαφορετικά παρά μόνον στην τροχιά μιας μεθόδου την οποία έχουμε συλλογισθεί καλά προηγουμένως, από τότε έλαβε η κρίση περί του σύμπαντος μιαν εντελώς διαφορετική κατεύθυνση και συγχρόνως, μαζί με αυτήν, μιαν ασυγκρίτως ευτυχέστερη έκβαση. Η πτώση μιας πέτρας, η κίνηση μιας σφενδόνης, αναλυμένες στα στοιχεία τους και στις δυνάμεις που εκδηλώνονται εκεί, και επεξεργασμένες μαθηματικώς, επέφεραν τελικώς τη σαφή εκείνη και για ολόκληρο το μέλλον αμετάβλητη κατανόηση του σύμπαντος, η οποία, με συνεχιζόμενη παρατήρηση, μπορεί να ελπίζει ότι πάντοτε θα διευρύνεται μόνο, χωρίς να χρειάζεται να φοβάται ότι θα υποχρεωθεί ποτέ να υποχωρήσει.

Αλλά το παράδειγμα εκείνο μπορεί να μάς συμβουλεύσει να ακολουθήσομε επίσης την οδό τούτη κατά τη μεταχείριση των ηθικών καταβολών της φύσης μας και να μάς δώσει ελπίδα για παρόμοια καλή επιτυχία. Πράγματι, έχομε πρόχειρα τα παραδείγματα του ηθικώς κρίνοντος Λόγου. Με το να τα αναλύομε στις στοιχειώδεις τους έννοιες, αλλά, λόγω ελλείψεως των Μαθηματικών, με το να επιχειρούμε, μέσα από επαναλαμβανόμενες δοκιμές επί του κοινού ανθρώπινου νου, μια μέθοδο όμοια με τη Χημεία, δηλαδή του διαχωρισμού του εμπειρικού από το ορθολογικό στοιχείο που τυχόν απαντάται στα παραδείγματα εκείνα, μπορούμε να καταστήσομε γνωστά με βεβαιότητα και τα δύο αυτά στοιχεία στην καθαρότητά τους καθώς και το τι μπορεί να επιτύχει το καθένα μόνο του και αφ’ εαυτού του· με τον τρόπο αυτόν μπορούμε να προλάβομε, αφ’ ενός, τη σύγχυση μιας ακόμη ανώριμης, μη εξασκημένης κρίσης και αφ’ ετέρου (πράγμα που είναι πολύ πιο αναγκαίο), τις εξάρσεις της ιδιοφυΐας, με τις οποίες, όπως γίνεται συνήθως από οπαδούς της φιλοσοφικής λίθου, υπόσχονται, χωρίς οποιαδήποτε μεθοδική έρευνα και γνώση της φύσης, ονειρεμένους θησαυρούς, ενώ εξανεμίζονται οι αληθινοί. Με μια λέξη: Η επιστήμη (που την έχομε αναζητήσει με τρόπο κριτικό και επιχειρήσει με τρόπο μεθοδικό) είναι η στενή πύλη που οδηγεί στη διδασκαλία της σοφίας, εάν με τούτη εννοείται όχι απλώς τι οφείλομε να κάνομε, αλλά και τι πρέπει να χρησιμεύει στους δασκάλους ως κανόνας, για να διανοίξουν καλά και εμφανώς την οδό της σοφίας, που πρέπει να ακολουθήσει ο καθένας, και να διαφυλάξουν άλλους από σφαλερούς δρόμους: μια επιστήμη της οποίας θεματοφύλακας θα πρέπει να παραμείνει πάντοτε η φιλοσοφία, στη λεπτή έρευνα της οποίας το κοινό δεν πρέπει να έχει κάποια ανάμειξη, ασφαλώς όμως να έχει στις διδασκαλίες της που, έπειτα από μία τέτοια επεξεργασία, μπορούν για πρώτη φορά να τού φανούν αληθινά διαφωτιστικές.

Κριτική του πρακτικού Λόγου
Μετάφραση: Κώστας Ανδρουλιδάκης
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»
Αθήνα 2006 (δεύτερη έκδοση)