Το εθνικοχριστιανικό συμφέρον

Εντύπωση έκανε η επιλογή του Γιώργου Παπανδρέου για την υπερνομαρχία Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης: η Γκιούλ Μπαέζ Καραχασάν, μία μουσουλμάνα 27 ετών. Κανένας δεν μίλησε για το νεαρό της ηλικίας της. Όλοι τονίζουν ότι είναι μουσουλμάνα.

Καταρχάς, δεν είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο το θρήσκευμα; Πώς μπορούν τα ΜΜΕ να δημοσιοποιούν το θρήσκευμά της; Καταλαβαίνω, βέβαια, ότι εξυπηρετεί κομματική σκοπιμότητα, αλλά υπό «κανονικές συνθήκες» αυτό είναι παράνομο.

Δεύτερο: Η οπισθοδρομικότητα της κοινωνίας μας φαίνεται από το γεγονός ότι κάνει εντύπωση κάτι που υπό «κανονικές» -και πάλι- συνθήκες είναι αυτονόητο. Μιλάμε για τοπική αυτοδιοίκηση και μπλέκουμε τα της θρησκείας. Βάζουμε ετικέτες, δίνουμε χαρακτηρισμούς και υπονοούμε συμπεριφορές. Η προκατάληψη σε όλο της το μεγαλείο.

Τρίτο: Ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης αμφισβητεί την ελληνική υπηκοότητα της υποψήφιας. Ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης…

Έζησα εννέα μήνες στην Ξάνθη. Γνώρισα τους Πομάκους. Άνθρωποι όμορφοι, εργατικοί. Καλλιεργούν καπνά σε απόκρημνες πλαγιές που ούτε κατσίκια δεν ανεβαίνουν. Κάτω στην πόλη έχουν προσαρμοστεί, έχουν υιοθετήσει τον πολιτισμό. Οι γυναίκες πάντα καλοντυμένες, με τα μαντήλια στο κεφάλι και το κινητό στο χέρι.

Στο πλαίσιο της κοινωνικής προσφοράς του στρατού, πηγαίναμε στα πομακοχώρια και παίρναμε τα παιδιά για εκδρομή. Ορεινά χωριά, με άσχημους δρόμους. Ωστόσο, κάτι φαινόταν να αλλάζει (τότε το 2000-2001). Γίνονταν πολλά έργα. Οι δρόμοι φάρδαιναν. Γεφύρια στήνονταν. Ο ΟΤΕ περνούσε γραμμές, όχι χάλκινα καλώδια, αλλά οπτικές ίνες. Πριν από δέκα χρόνια, μου είπε ο διευθυντής του σχολείου, υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο σε όλο το χωριό. Σήμερα, όλα τα σπίτια έχουν τηλέφωνο.

Τα κοριτσάκια φορούσαν όλα μαντίλες. Μόλις απομακρυνθήκαμε από το χωριό, τις έβγαλαν όλα. Κατεβήκαμε στην πόλη. Επισκεφτήκαμε ένα εργοστάσιο ζάχαρης. Ο διευθυντής του σχολείου (χριστιανός) τους εξήγησε τι θα δούμε. «Σε αυτό το εργοστάσιο φτιάχνουν ζάχαρη από ζαχαρότευτλα. Ξέρετε τι είναι τα ζαχαρότευτλα;». Καμία απάντηση. Πετάγεται ο υποδιευθυντής (μουσουλμάνος) και λέει: «παντζάρ». «Α, παντζάρ!» λένε όλα μαζί τα παιδάκια. Η πομακική είναι μια ζωντανή γλώσσα με στοιχεία τουρκικά, βουλγαρικά και ελληνικά, η οποία όμως δεν διδάσκεται στα σχολεία. Σπουδαία προσπάθεια για τη διάσωση και καταγραφή της πομακικής αποτελεί η έκδοση ενός τρίτομου έργου («Γραμματική της πομακικής γλώσσας», «Eλληνοπομακικό λεξικό» και «Πομακοελληνικό λεξικό», σε δύο αλφάβητα, ελληνικό και λατινικό, εκδόσεις «Aίγειρος»), πριν από δέκα χρόνια. Έτσι, η πομακική έπαψε να είναι προφορική μόνο γλώσσα.

Μία άλλη φορά, κάποια εθνικοθρησκευτική γιορτή, είχαμε παραταχθεί όλοι οι λόχοι και τα τάγματα του στρατοπέδου μπροστά στο στρατηγείο. Μίλησε ο στρατηγός, μίλησαν πολιτικοί, μίλησε και ο παπάς του στρατοπέδου, ένας λοχαγός. Είπε για τη σημασία της ημέρας, είπε για τον πατριωτισμό των Ελλήνων, είπε για τη συμβολή της εκκλησίας στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους. Είπε, είπε… Στο τέλος είπε και για τους μουσουλμάνους. Εξύψωσε τον χριστιανισμό και εξήρε τις αρετές της θρησκείας μας, και τόνισε πόσο ανώτερη είναι από όλες τις άλλες και ειδικά από τον ισλαμισμό. Είχα δίπλα μου ένα παιδί μουσουλμάνο. Πολύ καλό παιδί, συνεσταλμένο, καλλιεργημένο. Του λέω, τι είναι αυτά, πώς τα ανέχεσαι, στη θέση σου θα έφευγα. Έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο. Του λέω, εγώ φεύγω, δεν με νοιάζει αν θα τιμωρηθώ, υπηρετούμε μαζί την ίδια πατρίδα, αυτό είναι βόμβα στη συνοχή του στρατεύματος. Με κράτησε, μου είπε, σε παρακαλώ, μην κάνεις φασαρία, το έχω συνηθίσει…

Τόσα χρόνια καταπίεση, τόσα χρόνια απομόνωση. Τόση καταδυνάστευση ανθρώπων που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Και η καταπίεση ήταν και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, μέσα σε ένα ψυχροπολεμικό κλίμα, επέβαλαν τη διδασκαλία της τουρκικής στα πομακοχώρια, γιατί θεωρούσαν ότι ο κίνδυνος προέρχεται από τη Βουλγαρία.

Κάποιος είπε ότι με την υποψηφιότητα της Γκιούλ Μπαέζ Καραχασάν δίνουμε χέρι στους Τούρκους για συνδιοίκηση της Θράκης. Ρωτάει κανένας τους Πομάκους αν θέλουν συνδιοίκηση; Ξέρουν ότι ζουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχουν ευρώ, απολαμβάνουν την ελληνική δημοκρατία.

Πέρα από το αν είναι σωστή επιλογή αυτή της Γκιούλ Μπαέζ Καραχασάν, αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο για την ελληνική κοινωνία. Πιστεύω ότι είμαστε πολύ πίσω για να αποδεχτούμε κάτι τέτοιο.