Αγανάχτησ’ από ‘σένα, αγανάχτησα!

αγανακτώ: θυμώνω, δυσανασχετώ έντονα ιδίως επειδή θίγονται τα αισθήματα της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης ή του φιλότιμου
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Μανώλη Τριανταφυλλίδη

Στο «κίνημα των αγανακτισμένων» βλέπω περισσότερο ένα «κίνημα του αποδιοπομπαίου τράγου», παρά ένα κίνημα αγανάκτησης. Ποιος φταίει για την έλλειψη αξιοπρέπειας; Ποιος φταίει για την έλλειψη δικαιοσύνης; Ποιος φταίει για την καταρράκωση του φιλότιμου της χώρας;

Λυπάμαι που ακόμα δεν βλέπουμε την αλήθεια. ΕΜΕΙΣ φταίμε για την κατάντια μας. ΕΜΕΙΣ. Το καράβι βουλιάζει και ακόμα ρίχνουμε το φταίξιμο σε άλλους. Σε ποιους; Στον διπλανό μας. Ο μούτσος στον καπετάνιο. Ο καπετάνιος στον μούτσο. Και όλοι μαζί στο παραπλέον καράβι που προστρέχει να μάς σώσει.

Αδέρφια, όταν το καράβι βουλιάζει, δεν αρκεί να αγανακτούμε. Να κουνήσουμε τα χέρια μας και να κολυμπήσουμε χρειάζεται. Δουλειά χρειάζεται ο τόπος. Παραγωγή. Δημιουργία. Η αγανάκτηση δεν φτάνει.

Ίσως η καλύτερη προσφορά στον τόπο που έχει κάνει το «κίνημα» είναι ότι δίνει δουλειά σε καμιά τριανταριά καντίνες που έχουν αράξει γύρω από τον Λευκό Πύργο (αν βέβαια κι αυτές κόβουν αποδείξεις).